Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

Ασφαλιστικό και "Αλληλεγγύη" Γενεών

Εξετάζω έναν τυπικό καλοπληρωμένο μισθωτό υπάλληλο (Δημοσίου ή ΙΚΑ).
Γεννηθείς το 1947, σπούδασε, πήγε φαντάρος κι έπιασε δουλειά στα 25 του. Συνταξιοδοτήθηκε το 2007, 60 ετών, μετά από 35 χρόνια εργασίας. Σε όλο τον εργασιακό του βίο είχε εξαιρετικά υψηλό μισθό, τον υψηλότερο δυνατό. 

Υπολογίζω λοιπόν τη μέγιστη δυνατή σύνταξη που θα μπορούσε ένα καθαρά ανταποδοτικό σύστημα να απονείμει σε αυτόν τον ασφαλισμένο. Απάντηση: 850 ευρώ! Απίστευτο;

Όπως ξέρουμε ακόμα και το 2015 –πολύ περισσότερο τη δεκαετία του 2000- οι πλήρεις συντάξεις των υψηλόβαθμων και καλοπληρωμένων δημοσίων υπαλλήλων, των αντίστοιχων μισθωτών του ΙΚΑ αλλά και των ασφαλισμένων των ΔΕΚΟ και των Τραπεζοϋπαλλήλων ήταν και είναι υψηλότερες από 850 ευρώ. Δηλαδή οι υψηλοσυνταξιούχοι λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις από αυτές που τους αναλογούν βάσει των εισφορών τους. Και οι χαμηλοσυνταξιούχοι λαμβάνουν περισσότερα απ όσα τους αναλογούν
 (κάτι σαν την σύνταξη του ΟΓΑ που παίρνουν οι δικαιούχοι χωρίς ποτέ να έχουν εισφέρει). Όλοι λαμβάνουν υψηλότερη σύνταξη από αυτήν που τους αναλογεί. Αυτό το λέμε αλληλεγγύη γενεών και αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα.

Όταν όμως ένα σύστημα, όπως το δικό μας, δίνει σε όλους τους συνταξιούχους περισσότερα από όσα τους αναλογούν, τότε τι ακριβώς αναδιανέμει; Μήπως τις συντάξεις της επόμενης γενιάς;


Το παράδειγμα

Πιστεύω πως το παράδειγμα είναι αντιπροσωπευτικό. Εξετάζω το υποσύνολο των συνταξιούχων της γενιάς του 40 που α) ανήκουν στη συμπαθή κατηγορία των καλοπληρωμένων μισθωτών (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ, Τράπεζες, Δημόσιο, Αξιωματικοί, γιατροί ΕΣΥ, πανεπιστημιακοί) και β) συμπλήρωσαν 35ετία με ή χωρίς πλασματικά χρόνια και έλαβαν πλήρη σύνταξη.
Οι συνταξιούχοι αυτού του ευάριθμου υποσυνόλου λαμβάνουν κατά κανόνα τις υψηλότερες συντάξεις.
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί μέχρι τα 60 έτη ή νωρίτερα.

Ο μισθωτός-ασφαλισμένος του παραδείγματός μου ανήκει στο παραπάνω υποσύνολο, γεννήθηκε το 1947, μπήκε στην αγορά εργασίας το 1972 και βγήκε στη σύνταξη το 2007. Θα συνταξιοδοτείται για 20 χρόνια με μέσο προσδόκιμο τα 80 χρόνια.
Οπότε έχουμε να μετρήσουμε εισφορές για 35 χρόνια, αποταμίευση-επένδυση των εισφορών, και καταβολή συντάξεων για 20 χρόνια.

Η επένδυση-αποταμίευση των εισφορών

Επειδή πολλά ακούμε για την καταλήστευση των εισφορών λόγω
α) των άτοκων καταθέσεων των Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας,
β) του σκανδάλου του χρηματιστηρίου,
γ) των δομημένων ομολόγων και
δ) του PSI
εμείς θα υποθέσουμε ότι οι εισφορές των ασφαλισμένων, δηλαδή τα αποθεματικά των Ταμείων,  δεν επενδύθηκαν σε μετοχές ή ομόλογα αλλά έγινε το καλύτερο δυνατό στα πλαίσια των επιλογών που προσέφερε η χώρα. Δηλαδή όλα τα χρόνια επενδύονταν σε υψηλότοκες τραπεζικές καταθέσεις ή έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου (ΕΓΕΔ).

Όπως όμως είναι γνωστό από την βιβλιογραφία, οι επενδύσεις αυτού του τύπου (δηλ. με το ελάχιστο ρίσκο) προσφέρουν κατά μέσο όρο οριακά καλύτερες αποδόσεις από τον πληθωρισμό της τάξης του 1%. Από την άλλη μεριά όμως, τα ιστορικά στοιχεία του ΙΚΑ για παράδειγμα δείχνουν πως το κόστος διαχείρισης του Ταμείου, δηλαδή διοικητικό κόστος του ΙΚΑ, ανέρχεται σε 2,5% των εσόδων του Ταμείου, δηλ. 2,5% των εισφορών των ασφαλισμένων. (Έναν σχετικό υπολογισμό με πραγματικά νούμερα για τις αποδόσεις των ΕΓΕΔ και τον πληθωρισμό για την περίοδο 1985-2005 μπορείτε να βρείτε εδώ). 

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ακόμα και αν κάναμε το βέλτιστο επενδυτικά για τις εισφορές των ασφαλισμένων, το πολύ πολύ να καλύπταμε τον πληθωρισμό, δηλαδή να καταφέρναμε οι εισφορές του εργαζόμενου στο Ταμείο του το 1972 να διατηρούν την ίδια αγοραστική δύναμη το 2007.

Ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης

Θα υπολογίσω την ανταποδοτική σύνταξη που αναλογεί στον συνταξιούχο σε σταθερές τιμές 2007.
Χάριν του παραδείγματος, μιας και θέλω να υπολογίσω τη μέγιστη δυνατή σύνταξη, θα κάνω μια ακραία υπόθεση για τις αποδοχές του υπαλλήλου που εξετάζω.
Υποθέτω λοιπόν ότι, σε σταθερές τιμές 2007, ο υπάλληλος μπήκε στην αγορά εργασίας το 1972 με μισθό 5000 ευρώ τον μήνα, και μέχρι το 2007 ο μισθός του κυμάνθηκε από 5000-15000 ευρώ τον μήνα. Πάμε να υπολογίσουμε τι εισφορές έδωσε αυτός ο υπάλληλος.
Όπως γνωρίζουμε για τους μισθωτούς που ασφαλίστηκαν πριν το 1993 (παλαιοί ασφαλισμένοι) οι εισφορές για σύνταξη αντιστοιχούσαν στο 20% του μισθού τους με πλαφόν τα 2430 ευρώ (Το πλαφόν αυξήθηκε στα 5500 ευρώ το 2013 στα πλαίσια των παρεμβάσεων του Μνημονίου ΙΙ). Δηλαδή είτε έπαιρνε 5000 ευρώ τον μήνα είτε 15000 ευρώ τον μήνα ο μισθωτός του παραδείγματος μας, έδινε για την σύνταξη του κάθε μήνα 20%*2430=486 ευρώ.
Όπως είπαμε παραπάνω, λόγω των επενδύσεων σε έντοκα οι εισφορές αυτές διατήρησαν την αγοραστική τους αξία δηλ. ούτε αυξήθηκαν ούτε μειώθηκαν. Οπότε στον κουμπαρά του ασφαλισμένου μαζεύτηκαν (πάντα σε σταθερές τιμές 2007) 486 ευρώ τον μήνα για 35 χρόνια. Στο παράδειγμα μας με αυτά τα λεφτά πρέπει να πληρωθούν συντάξεις για 20 χρόνια. Πόση σύνταξη; 486*35/20= 850,5 ευρώ.

850 ευρώ!!! Αυτή είναι η ανταποδοτική πλήρης σύνταξη που αντιστοιχεί στους καλοπληρωμένους μισθωτούς. Σε άλλους λιγότερο προνομιούχους, αυτούς που είχαν στην καριέρα τους μέσο μισθό 1500 ευρώ (σε σταθερές τιμές) αντιστοιχεί πλήρης σύνταξη 525 ευρώ. Αν έφυγαν νωρίτερα από τα 60, ακόμη μικρότερη.
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Όλες οι ομάδες συνταξιούχων όλων των Ταμείων εισπράττουν -ακόμα και το 2015- περισσότερα απ’ όσα τους αναλογούν βάσει των εισφορών τους.
Συμπέρασμα: Εδώ και πολλά χρόνια καταβάλουμε στους συνταξιούχους γενναιόδωρες συντάξεις αναδιανέμοντας ουσιαστικά σε αυτούς τις συντάξεις των επόμενων γενεών, τις συντάξεις των παιδιών τους.


Με το παρών  δεν φιλοδοξώ σε καμία περίπτωση να προσδιορίσω το ύψος των συντάξεων που πρέπει να παίρνουν οι δικαιούχοι. Οι υπολογισμοί μου είναι χονδρικοί και έτσι και αλλιώς το σύστημα βάσει του οποίου αποδίδονται οι κύριες συντάξεις σε αυτήν την χώρα είναι διανεμητικό
Τα διανεμητικά συστήματα στηρίζονται στην αρχή των τρεχουσών πληρωμών, δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι καταβάλλουν τις εισφορές από τις οποίες χρηματοδοτούνται οι τρέχουσες συντάξεις.
Στα πλαίσια των διανεμητικών συστημάτων όταν δημιουργούνται ευνοϊκοί συσχετισμοί μπορούν να αποδίδονται πιο γενναιόδωρες συντάξεις. Τέτοια περίπτωση έχουμε όταν η βάση των ασφαλισμένων διευρύνεται με γοργούς ρυθμούς χωρίς να συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στο πλήθος των δικαιούχων σύνταξης. Σκεφτείτε για παράδειγμα την είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας που σε μεγάλο βαθμό στη χώρα μας έγινε σε μια γενιά. Προφανώς σε εκείνο το διάστημα είχαμε μεγάλη αύξηση του εργατικού δυναμικού άρα και των ασφαλισμένων που καταβάλλουν εισφορές χωρίς αντίστοιχη αύξηση του πλήθους των ασφαλισμένων μια και οι γυναίκες συνταξιούχοι ήταν πολύ λίγες. Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε για μια γενιά ευνοϊκούς συσχετισμούς στο αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα. (Παρακαλώ κρατήστε το παράδειγμα μου ως τέτοιο, σαν μια προσπάθεια να εξηγήσω με απλό τρόπο τι εννοώ λέγοντας «ευνοϊκούς συσχετισμούς».)
Στη χώρα μας όπως δείχνουν τα νούμερα φτάσαμε σε ένα σημείο  όπου οι συσχετισμοί δηλαδή η αναλογία ασφαλισμένων και συνταξιούχων είναι πολύ δυσμενής με αποτέλεσμα να πιέζεται το ύψος των συντάξεων.

Και ακριβώς γι αυτό  πολλοί –κυρίως οι πιο προνομιούχοι- συνταξιούχοι αποφάσισαν ότι το σύστημα δεν είναι αναδιανεμητικό αλλά κεφαλαιοποιητικό. Και διεκδικούν τις εισφορές που έχουν καταβάλλει. Αυτό που προσπαθώ εδώ να τους πω είναι ότι δεν έχουν δίκιο. Καταρχήν γιατί το σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό και δευτερευόντως  γιατί ακόμα και αν ήταν δεν θα τους αναλογούσαν μεγαλύτερες συντάξεις από αυτές που ήδη παίρνουν.

4 σχόλια:

  1. Πολυ ενδιαφερουσα αναλυση. Στο παραδειγμα ο υπολογισμος εγινε με 12 ή με 14 μισθους?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο υπολογισμός έχει γίνει με ίσο αριθμό μισθών και συντάξεων κατ' έτος. Το αποτέλεσμα ισχύει για κάποιον που πλήρωνε εισφορές για 12 μισθούς και λαμβάνει 12 συντάξεις ή πλήρωνε εισφορές για 14 μισθούς και λαμβάνει 14 συντάξεις ανά έτος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καταλαβα. Και οσον αφορα τη συνεισφορα του εργοδοτη (που ειναι μορφη φορου βεβαια, και δεν υφισταται στους αυτοαπασχολουμενους..)? Αυτη μπαινει στον υπολογισμο του παραδειγματος?

      Διαγραφή
    2. Το παράδειγμα αφορά τους μισθωτούς του ΙΚΑ και ο συντελεστής 20% που χρησιμοποιώ είναι το άθροισμα των εισφορών εργαζομένου και εργοδότη που αφορούν την κύρια σύνταξη.

      Διαγραφή