Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Πότε επιτέλους θα τελειώσουν τα Μνημόνια;

Αν και προς το παρόν πάμε από παράταση σε παράταση, οι ψίθυροι για την ανάγκη 3ου Μνημονίου πληθαίνουν. Και η αλήθεια είναι ότι από τότε που μπήκαμε στην τελική ευθεία των εκλογών, το τρίτο μνημόνιο φαντάζει αναπόφευκτο.
Εύλογο λοιπόν το ερώτημα: Αφού 5 χρόνια τώρα τα Μνημόνια απέτυχαν, γιατί  επιμένουμε στα Μνημόνια;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα κράτη, όπως και οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις, δεν αποπληρώνουν τα δάνειά τους. Τα μετακυλούν. Συνάπτουν δηλαδή ένα νέο δάνειο και το χρησιμοποιούν για να αποπληρώσουν το παλαιό. Είτε το νέο δάνειο είναι μικρότερο από το παλαιό που λήγει, οπότε η χώρα απομειώνει κατά τι το συνολικό χρέος της, είτε μεγαλύτερο, οπότε το αυξάνει κατά τι.
Από πού αντλούν τα κράτη νέα δάνεια για να αποπληρώσουν τα παλαιά;
Κατά κανόνα από τις αγορές. Δηλαδή κυρίως από Συνταξιοδοτικά Ταμεία, Ασφαλιστικές Εταιρείες, Αμοιβαία Κεφάλαια, Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα  κ.λπ.

Όπως γνωρίζουμε, από το 2010 και μετά οι αγορές είναι κλειστές για την Ελλάδα, απρόθυμες δηλαδή να της χορηγήσουν νέα δάνεια. Αυτό το κενό -ανάμεσα σε άλλα- ήρθαν  να καλύψουν η Ευρώπη και το ΔΝΤ με τα δάνεια που χορήγησαν στη χώρα μας μέσω των Μνημονίων.
Επίσης γνωρίζουμε πως οι λήξεις ομολόγων, δανείων του ΔΝΤ και τόκων, που πρέπει να αποπληρώσει η Ελλάδα για τη διετία 2015-2016, είναι της τάξης των 35 δισ.€, ενώ για την τριετία 2015-2017 το ποσόν ανέρχεται περίπου στα 50 δισ.€. (Από τον υπολογισμό εξαιρούνται οι λήξεις των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου).

Τα χρήματα, όμως, που έχει προγραμματιστεί να λάβουμε από Ευρώπη και ΔΝΤ την περίοδο 2015-2017 είναι πολύ λιγότερα (12,5 δις από το ΔΝΤ, 5,1 δις από επιστροφές από τις Κεντρικές Τράπεζες και 7,2 δις από τη δόση Σεπτεμβρίου 2014, η καταβολή της οποίας εκκρεμεί). Πού θα βρούμε τα υπόλοιπα;
Σύμφωνα με τις υποθέσεις του Μνημονίου τα χρήματα θα προέρχονταν από 3 πηγές:
Α) άντληση κεφαλαίων από τις αγορές ( το μεγαλύτερο μέρος), καθώς υπήρχε η υπόθεση πως μέχρι το 2015 η ελληνική οικονομία θα είχε ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, και άρα, η Ελλάδα θα μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές,
Β) έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις,
Γ) μέρος των πρωτογενών πλεονασμάτων θα χρησιμοποιούνταν γι΄αυτόν τον σκοπό.

Αυτή τη στιγμή όμως αντιμετωπίζουμε πρόβλημα και με τις τρεις αυτές πηγές.
Λόγω της επιδείνωσης του κλίματος στην οικονομία από το Φθινόπωρο και μετά, οι προσδοκίες για  πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για τα επόμενα δύο χρόνια, έχουν περιοριστεί σημαντικά. Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων υστερούσε έτσι και αλλιώς και χρονικά και ποσοτικά, αλλά οι εκλογές και η αλλαγή κυβέρνησης μεταφέρουν χρονικά τις εξελίξεις, άρα και τα έσοδα, τουλάχιστον ένα χρόνο.
Και το κυριότερο: όχι μόνο δεν έχει ανακτηθεί αλλά αντίθετα έχει καταβαραθρωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών στη χώρα μας, άρα δεν μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές τα απαραίτητα κεφάλαια.
Οπότε, η μόνη λύση για να καλύψουμε τις χρηματοδοτικές μας ανάγκες είναι να απευθυνθούμε και πάλι στους εταίρους μας αναζητώντας νέο δάνειο, δηλαδή ένα νέο Μνημόνιο ή όπως αλλιώς θέλετε να το ονομάσουμε.

Μα γιατί κι άλλο Μνημόνιο, αφού 5 χρόνια τώρα τα Μνημόνια απέτυχαν;
Ακριβώς επειδή απέτυχαν. Αν είχαν πετύχει, δεν θα χρειαζόταν άλλο. Θα είχαμε κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών, θα μπορούσαμε να δανειζόμαστε από τις αγορές. Οπότε δεν θα χρειαζόμασταν άλλα δάνεια από τους εταίρους μας και άρα ούτε νέα δανειακή σύμβαση με τους συνεπακόλουθους όρους, περιορισμούς και ελέγχους.
Το να δανείζεσαι από τις αγορές είναι - για να χρησιμοποιήσω μια εικόνα- σαν από μαθητής να γίνεσαι φοιτητής, ακαδημαϊκός πολίτης. Έχεις ελευθερία κινήσεων και μικρότερο έλεγχο. Πάλι πρέπει να είσαι επαρκής και να δουλεύεις σκληρά αλλά χωρίς απουσιολόγιο και καθημερινή εξέταση στον πίνακα. Όταν όμως αναγκάζεσαι να δανείζεσαι από τους εταίρους σου, επιστρέφεις πίσω στο σχολείο. Δεν θεωρείσαι ακόμα αρκετά ώριμος. Χρειάζεσαι καθοδήγηση, τακτικό έλεγχο και παρουσίες.

Και, επιτέλους, πότε θα τελειώσουν τα μνημόνια;
Όταν το κράτος μας  θα θεωρείται αξιόχρεο και θα μπορεί να δανείζεται από τις αγορές. Ακόμα, δηλαδή, κι αν το προσεχές διάστημα λάβουμε νέο δάνειο από τους εταίρους μας για την τριετία 2015-2017, αν στο τέλος του 2017 δεν μπορούμε ακόμα να δανειστούμε από τις αγορές, θα χρειαστεί και πάλι να ζητήσουμε δάνεια από τους εταίρους. Και φυσικά πάλι αυτά θα δοθούν με συγκεκριμένους όρους και απαιτήσεις.
Ειπωμένο πιο πολιτικά, η εθνική αξιοπρέπεια συναρτάται με το αξιόχρεο του κράτους μας.

Μήπως όμως δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών, όσο μας βαραίνει αυτό το τεράστιο χρέος;
Η εμπιστοσύνη των αγορών εξαρτάται από πολλές παραμέτρους. Το ύψος του χρέους είναι σίγουρα μία από αυτές, σημαντική μάλιστα. Όμως δεν είναι η μοναδική. Και δεν είναι από μόνη της απαγορευτική.
Αυτό μπορεί κανείς να το καταλάβει πολύ απλά μέσω των επιτοκίων. Γιατί το μέτρο της εμπιστοσύνης των αγορών σε μια οικονομία, σ΄ ένα κράτος, είναι τα επιτόκια με τα οποία η συγκεκριμένη χώρα μπορεί να δανειστεί από τις αγορές. Αν εξετάσουμε, λοιπόν, την περίπτωση της Ελλάδας ακόμη και στην περίοδο της κρίσης, θα δούμε ότι την Άνοιξη του 2012 τα επιτόκια  στα τριετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ήταν στο 30%, την Άνοιξη του 2014 ήταν στο 4% και την Άνοιξη του 2015 ήταν στο 25%.
Και στις τρεις περιπτώσεις το χρέος παρέμενε σταθερό και πολύ υψηλό. Παρόλα αυτά καταφέραμε να δανειστούμε την Άνοιξη του 2014 μερικά δις από τις αγορές με επιτόκιο 4%.
Άλλωστε, το αρκετά υψηλό χρέος (130% του ΑΕΠ) δεν εμποδίζει την Πορτογαλία να δανείζεται από τις αγορές με επιτόκιο 0,06% στα δύο χρόνια και  1,6% στα πέντε χρόνια.

Ας μην θέσουμε τον πήχη πολύ ψηλά (να αλλάξουμε όλη την Ευρώπη), πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες να περάσουμε από κάτω. Ας προσπαθήσουμε, απλά, να κάνουμε ό,τι και η Πορτογαλία: να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών, για να τελειώσουν τα Μνημόνια.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Protagon στις 13/6/2015


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου