Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Το βραχυπρόθεσμο «ΤΙΠΟΤΑ» της διαπραγμάτευσης

Όσοι πανηγυρίζουν, κοροϊδεύουν. Το Eurogroup ανακοίνωσε τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που βελτιώνουν μεν το «προφίλ» του χρέους όμως η νέα ελάφρυνση είναι ελάχιστη. Το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί θριαμβολογίες αφού ουσιαστικά η υποχώρηση των εταίρων ήταν μηδενική

Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στο Eurogroup είναι θετικά, βελτιώνουν το προφίλ του χρέους αλλά προσφέρουν ελάχιστη νέα ελάφρυνση. Η υπαναχώρηση των εταίρων ήταν μηδενική και το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί θριαμβολογίες. Οσοι το κάνουν, κοροϊδεύουν. Είτε οι Ευρωπαίοι την κυβέρνησή μας είτε η κυβέρνηση τους πολίτες…

Είναι δύσκολο αλλά λυτρωτικό, να κατανοήσουμε την πολύ απλή αλήθεια ότι εμείς θα λύσουμε τα προβλήματά μας. Και στο θέμα του χρέους. Ειδικά σε αυτό, η «ναυμαχία στο Ναυαρίνο», η σωτήρια παρέμβαση των ξένων δυνάμεων δηλαδή, έγινε το 2012. Απλώς οι Ελληνες δεν το έμαθαν. Έκτοτε, οι εταίροι κάνουν παραχωρήσεις ανέξοδες και με το σταγονόμετρο, διότι η Ευρωζώνη είναι κλαμπ με υπερχρεωμένα μέλη, δεν είναι διατεθειμένοι να λύσουν αυτοί τα προβλήματα της οικονομίας μας.

Στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου όλα έγιναν όπως συμφωνήθηκαν τον Μάιο (εδώ). 
  • Η εφαρμογή των βραχυπρόθεσμων μέτρων ξεκίνησε μετά την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης, η οποία ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο.
  • Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης οριστικοποιήθηκαν ακριβώς όπως είχαν περιγραφεί στην απόφαση του Eurogroup το Μάιο.
  • Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα παραπέμπονται στο 2018, μετά τη λήξη του προγράμματος, ακριβώς όπως συμφωνήθηκε το Μάιο.
  • Δυστυχώς, ούτε η διαπραγμάτευση για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα είχε ευτυχή κατάληξη. (Σε αυτό το πεδίο δημιουργείται μια θετική δυναμική. Είναι θέμα χρόνου να χαλαρώσουν οι μελλοντικοί στόχοι. Αλλά δεν έχει έρθει η ώρα ακόμα.)

Αν, λοιπόν, ο στόχος της διαπραγμάτευσης Μαΐου – Δεκεμβρίου ήταν η βελτίωση της ανοιξιάτικης συμφωνίας, το αποτέλεσμα είναι ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ. Όσο για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα (προϊόν «διαπραγμάτευσης» Ιανουαρίου 2015 – Μαΐου 2016), αν ορίσουμε ως κριτήριο επιτυχίας το μέγεθος υπαναχώρησης των δανειστών, πάλι ένα ΤΙΠΟΤΑ είναι το αποτέλεσμα.

Αυτό προκύπτει και από τις διφορούμενες δηλώσεις του κ. Ρέγκλινγκ, ότι ο δανειζόμενος (Ελλάδα) ελαφρύνεται ενώ ο δανειστής (εταίροι) δεν επιβαρύνεται. Εξετάζοντας από κοντά τα τρία μέτρα βραχυπρόθεσμης ελάφρυνσης, γίνεται κατανοητή και η αντίφαση.

Μέτρο 1ο
Σε δάνειο ύψους 11,3 δισ., στο οποίο προβλεπόταν αύξηση επιτοκίου κατά 2% από το 2017, η αύξηση αναβάλλεται. Για την ακρίβεια, δεν θα εφαρμοστεί το 2017.

Και δεν είναι ακριβώς ελάφρυνση χρέους, είναι αποφυγή επιβάρυνσης: μας χαρίζουν τόκους ύψους 220 εκατ. που ήταν προγραμματισμένο να εισπραχθούν το 2017, όταν θα αυξανόταν το επιτόκιο. Προσοχή όμως στη διατύπωση της απόφασης του Eurogroup (εδώ) . Η αύξηση του 2% ακυρώνεται μόνο για το 2017. Η απουσία οποιασδήποτε δέσμευσης για ακύρωση ή επανεξέταση της αύξησης των επιτοκίων μετά το 2017, είναι ενδεικτική του σταγονόμετρου που κρατούν οι εταίροι.

Για εκείνους που θεωρούν θρίαμβο το 1ο μέτρο, ραντεβού του χρόνου το Δεκέμβρη, να γιορτάσουμε το νέο θρίαμβο, την ακύρωση της αύξησης του επιτοκίου του 2018!

Μέτρο 2ο
Επιμήκυνση των δανείων του EFSF ύψους €131 δισ. κατά 4,2 έτη (από 28,3 έτη σε 32,5 έτη). Αυτό το μέτρο αντιστοιχεί σε πραγματική ελάφρυνση χρέους σε όρους παρούσας αξίας- όσο μακρύτερες οι λήξεις των δανείων τόσο καλύτερα.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για νέο μέτρο αλλά για την ολοκλήρωση της εφαρμογής ενός παλαιού μέτρου που συμφωνήθηκε το Νοέμβριο 2012. Τότε, στο τεράστιο πακέτο μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, είχε συμφωνηθεί μεταξύ άλλων και η επιμήκυνση των δανείων του EFSF από τα 17,5 στα 32,5 έτη (εδώ σελ. 32). Μέχρι τώρα η επιμήκυνση των υφιστάμενων δανείων είχε διαμορφώσει μέση λήξη στα 28,3 έτη. Εκκρεμούσε και ολοκληρώθηκε τώρα ένα ακόμη βήμα της συμφωνίας του 2012.

Μια λεπτομέρεια. Ο κ. Ρέγκλινγκ «σερβίρει» στην Ελλάδα ως νέα διευκόλυνση το ¼ της επιμήκυνσης που είχε ήδη συμφωνηθεί το 2012, οπότε προκύπτει κέρδος και ελάφρυνση του χρέους. Ταυτοχρόνως διαβεβαιώνει τους εταίρους πως δεν προκύπτει επιβάρυνση, καθώς δεν πρόκειται για νέο μέτρο αλλά για ολοκλήρωση της παλαιάς συμφωνίας που είχε κοστολογηθεί το 2012 και είχε εγκριθεί τότε από τα κοινοβούλιά τους.

Το ίδιο κάνουν και οι εταίροι μας στα μεσοπρόθεσμα μέτρα. Μας «σερβίρουν» ξανά ως μεσοπρόθεσμο μέτρο ελάφρυνσης την επιστροφή των κερδών των Κεντρικών Τραπεζών που είχε συμφωνηθεί το 2012, εφαρμοζόταν ως και το 2015 και τη διέκοψε η περήφανη διαπραγμάτευση.

Και για τους θριαμβολογούντες: η μέση λήξη των δανείων του EFSF του χρόνου το Δεκέμβρη πιθανόν να μην έχει φτάσει στα 32,5 αλλά κάπου στα 31. Ραντεβού, λοιπόν, τότε να γιορτάσουμε νέα ελάφρυνση του χρέους, αποφασίζοντας ξανά τη σχετική επιμήκυνση!

Μέτρο 3ο
Σε ένα τμήμα του ελληνικού χρέους τα επιτόκια των δανείων θα μετατραπούν από σταθερά σε κυμαινόμενα. Αυτό είναι πολύ θετικό και σημαντικό μέτρο. Περιορίζει το ρίσκο από μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων.

Τα κυμαινόμενα επιτόκια είναι συνήθως χαμηλότερα αλλά ενέχουν υψηλό κίνδυνο από ενδεχόμενη άνοδο των επιτοκίων. Αντιστοίχως, τα σταθερά επιτόκια είναι συνήθως αρκετά υψηλότερα των βραχυπρόθεσμων. Αν έχετε στεγαστικό με κυμαινόμενο επιτόκιο και θελήσετε να το μετατρέψετε σε σταθερό, θα κληθείτε να πληρώνετε πολύ υψηλότερο επιτόκιο. Όμως η παρούσα συγκυρία στις αγορές είναι ευνοϊκή -είναι πολύ χαμηλά και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια- για τη στρατηγική της μετατροπής των επιτοκίων από κυμαινόμενα σε σταθερά. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να το κάνει μόνη της. Μπορεί όμως ο ESM για λογαριασμό της Ελλάδας.

Στο παράδειγμα του στεγαστικού, ο δανειολήπτης μπορεί, όποτε θέλει, να ζητήσει από την τράπεζά του τη μετατροπή του επιτοκίου από κυμαινόμενο σε σταθερό. Και η τράπεζα θα του ζητήσει να καταβάλει για τα επόμενα 30 χρόνια όχι το χαμηλό βραχυπρόθεσμο που πλήρωνε αλλά ένα υψηλότερο μακροπρόθεσμο επιτόκιο. Αυτή η διαδικασία δεν συνιστά ελάφρυνση. Ελάφρυνση θα ήταν, αν η Τράπεζα αναλάμβανε το κόστος της διαφοράς των επιτοκίων. Το ίδιο και στην περίπτωση της Ελλάδας με τον ESM. Ο ESM δανείζει ήδη την Ελλάδα με τους πολύ προνομιακούς όρους που μπορεί να δανειστεί κι εκείνος. Μετατρέποντας τα δάνεια από κυμαινόμενα σε σταθερά, προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί τα πολύ προνομιακά μακροπρόθεσμα επιτόκια με τα οποία δανείζεται ο ESM. Φυσικά και για τον ESM τα μακροπρόθεσμα σταθερά επιτόκια είναι υψηλότερα των κυμαινόμενων. Τη διαφορά κόστους, όπως ρητά προβλέπεται στη συμφωνία του Eurogroup, επιβαρύνεται η Ελλάδα (εδώ σημείο 11).

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι αυτή η διαδικασία δεν συνιστά ελάφρυνση και σωστά ο κ. Ρέγκλινγκ καθησυχάζει τους δανειστές πως δεν επιβαρύνονται. Διότι το υψηλότερο επιτόκιο που θα καταβάλει ο ESM για να δανειστεί με σταθερό επιτόκιο, θα το εισπράττει εξολοκλήρου από την Ελλάδα.

Το όφελος της Ελλάδας από τη στρατηγική αυτή θα εξαρτηθεί από την πορεία των μελλοντικών επιτοκίων σε σχέση με τα πολύ χαμηλά επιτόκια που θα κλειδώσει σήμερα (περίπου 1,5%).

Σημειώνω δε για τους θριαμβολογούντες ότι αν η αξιολόγηση είχε ολοκληρωθεί στον προγραμματισμένο χρόνο, πριν από 6-9 μήνες π.χ., η Ελλάδα θα κλείδωνε τα δάνειά της με ακόμα χαμηλότερο (κατά 0,5%) σταθερό επιτόκιο για τα επόμενα 30 χρόνια. Για του λόγου το αληθές, επισυνάπτω το σχετικό διάγραμμα με τις αποδόσεις του τριακονταετούς ομολόγου της Γερμανίας της τελευταίας 5ετίας. Η απόδοση ουσιαστικά αντιστοιχεί στο σταθερό επιτόκιο με το οποίο δανείζεται η Γερμανία για δάνεια διάρκειας 30 ετών. Αν και δεν απολαμβάνει αυτό το επιτόκιο ESM -δανείζεται λίγο ακριβότερα- δίνει ένα μέτρο της διακύμανσης των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, προ εξαμήνου το τριακονταετές επιτόκιο ήταν 0,5% χαμηλότερο.

Με το διάγραμμα απαντάται και η «απορία» των προπαγανδιστών (εδώ) γιατί δεν έγιναν αντίστοιχες πράξεις σταθεροποίησης των επιτοκίων νωρίτερα. Πριν από το 2015 τα μακροπρόθεσμα επιτόκια ήταν 1,5% υψηλότερα από τα σημερινά. Η Ελλάδα δεν θα κλείδωνε επιτόκιο 1,5% αλλά 3%, πολύ υψηλό σε σχέση με τα πολύ χαμηλά βραχυπρόθεσμα επιτόκια που πλήρωνε τότε. Για τούτο και η στρατηγική σταθεροποίησης των επιτοκίων δεν ήταν ενδεδειγμένη, το κόστος της ήταν πολύ μεγάλο.
Η πιο πικρή, πάντως, επισήμανση σχετικά με το μέγεθος της ελάφρυνσης του χρέους είναι πως όποια ελάφρυνση λαμβάνουμε από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς τον τελευταίο καιρό δεν είναι προάγγελος καλών ειδήσεων αλλά απότοκο οδυνηρών εξελίξεων. Από το καλοκαίρι του 2015, μέσω του 3ου Μνημονίου αντικαθιστούμε βραχυπρόθεσμο χρέος που λήγει με μακροπρόθεσμα δάνεια του ESM διάρκειας 40 ετών. Έμμεσα δηλαδή επιτυγχάνεται σημαντική επιμήκυνση δανείων κι αυτό ισοδυναμεί με ελάφρυνση χρέους. Αλλά πόσα μνημόνια θέλουμε; Πόσα μνημόνια αντέχουμε;

Αν κάποιος ανατρέξει στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού του 2017, θα διαπιστώσει (σελ. 131, πίνακας 4.8) πως η Ελλάδα μέχρι το 2012 κατέβαλε ετησίως τόκους 12-13 δισ. ευρώ για την εξυπηρέτηση του χρέους της  ενώ μετά το 2012 καταβάλλει μόλις 5,5 με €6 δισ. Η επιβάρυνση της οικονομίας για την εξυπηρέτηση του χρέους είναι μικρότερη από της Ιταλίας ή της Πορτογαλίας. Το βάρος των τόκων δεν είναι πλέον μεγάλο. Ο κύριος λόγος για τη μείωση του χρέους είναι ότι, σύμφωνα με κάποιους, το ύψος του συνιστά εμπόδιο στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης της επενδυτικής κοινότητας. Όμως η ρύθμιση του χρέους είναι ένας μόνο παράγοντας και μάλιστα εξωγενής. Υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που βελτιώνουν ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα το επενδυτικό κλίμα, που εξαρτώνται αποκλειστικά από εμάς. Αυτούς παραβλέπουν συστηματικά οι περήφανοι διαπραγματευτές, αν δεν τους επιβαρύνουν κιόλας. Δείτε τι έκαναν στις Σκουριές, στις τράπεζες, στον ΟΠΑΠ, στη Fraport, στην COSCO και στον ΟΛΠ, στη ΔΕΣΦΑ, στην τράπεζα Αττικής, στην ΕΥΔΑΠ, στο Ελ. Βενιζέλος, στη ΔΕΗ. Τι έκαναν με τα capital controls…

Οι άνθρωποι αυτοί διεξάγουν έναν επίμονο και διαρκή αγώνα κατασυκοφάντησης και απαξίωσης της επιχειρηματικότητας και της έννοιας της επένδυσης στη χώρα μας. Εν αγνοία τους, ίσως, αλλά τι σημασία έχει;


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Protagon στις 9/12/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου