Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Τόσο κοντά, τόσο μακριά

Η ετήσια έκθεση του Μάριο Ντράγκι μας υπενθύμισε πόσο κοντά βρεθήκαμε την άνοιξη του 2014 στην έξοδο από την κρίση. Και πόσο μακριά από αυτήν την έξοδο είμαστε τώρα...
Ανοιξη 2014. Ο Πρεμ Γουάτσα, ιδιοκτήτης της Fairfax, πολύ επιτυχημένος επενδυτής, τοποθέτησε μισό δισ. στην Eurobank. Προφανώς γνωρίζοντας τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών. Επένδυσε στη Eurobank γιατί εκτιμούσε πως η ανάκαμψη της οικονομίας ήταν προ των θυρών. Ο κ. Γουάτσα γνώριζε αυτό που δεν είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν οι Ελληνες, πόσο κοντά στην έξοδο βρεθήκαμε την άνοιξη του 2014.

Μας το υπενθύμισε με τεχνικό τρόπο ο Μάριο Ντράγκι στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ, σημειώνοντας ότι το 2014 το ελληνικό τραπεζικό σύστημα λειτούργησε σε βελτιωμένες συνθήκες χρηματοδότησης και βελτιωμένο κλίμα στην αγορά, με αποτέλεσμα σημαντική μείωση της εξάρτησής του από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας.
Η έξοδος από το τούνελ -όχι τυχαία- συναρτάται με την έξοδο στις αγορές, γιατί αυτή αποτελεί δείκτη μέτρησης της εμπιστοσύνης στην οικονομία. Και εμπιστοσύνη στην οικονομία σημαίνει μεγαλύτερη ρευστότητα, χαμηλότερο κόστος χρήματος για τον ιδιωτικό τομέα, προσέλκυση/ανάκαμψη επενδύσεων. Ρευστότητα και επενδύσεις φέρνουν δουλειές και εισοδήματα, αυτά με τη σειρά τους κατανάλωση που γεννά νέες επενδύσεις, νέες δουλειές κ.λπ. Με αυτήν τη σειρά γίνεται η μετάβαση από το φαύλο κύκλο της οικονομίας στον ενάρετο. Αλλά εμείς πυροβολήσαμε την ανάκαμψη αρκετά νωρίς, κι έτσι ελάχιστοι αντιλήφθηκαν πόσο κοντά είχαμε φτάσει.
Η αξία των τραπεζών στη χώρα μας εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από την πορεία των κόκκινων δανείων. Βελτίωση στους δείκτες των κόκκινων δανείων, σημαίνει πως οι άνεργοι έχουν δουλειά, οι μικρομεσαίοι πελάτες και οι εταιρείες κέρδη
Οι επενδύσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα αποτελούν έναν πρόδρομο δείκτη ανάπτυξης, έναν αξιόπιστο δείκτη βελτίωσης του κλίματος εμπιστοσύνης στην οικονομία. Γιατί, σε αντιδιαστολή με επενδύσεις όπως της Fraport που εξαρτάται από την πορεία μόνο της τουριστικής βιομηχανίας ή της Cosco που δεν εξαρτάται καθόλου από την πορεία της ελληνικής οικονομίας, όλα τα κρίσιμα μεγέθη των τραπεζών συνδέονται με τη συνολική κατάσταση της οικονομίας, ακόμα και η διαχείριση των κόκκινων δανείων. Κοντολογίς, η επένδυση στις ελληνικές τράπεζες είναι ένα μακροοικονομικό στοίχημα πάνω στην πορεία της οικονομίας της Ελλάδας.
Ο επενδυτής που τοποθετεί κεφάλαια στις τράπεζες είναι κερδοσκόπος, με την έννοια ότι θέλει να δει την αξία της επένδυσής του, των κεφαλαίων του, να αυξάνεται. Η αξία των τραπεζών στη χώρα μας εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από την πορεία των κόκκινων δανείων. Βελτίωση στους δείκτες των κόκκινων δανείων, σημαίνει πως οι άνεργοι έχουν δουλειά, οι μικρομεσαίοι πελάτες και οι εταιρείες κέρδη. Πως η οικονομία αναπτύσσεται, τα εισοδήματα αυξάνονται και παλιά κόκκινα δάνεια αρχίζουν πάλι να εξυπηρετούνται. Σε αυτήν τη συγκυρία- και μέχρι η χώρα να επιστρέψει σε μια στοιχειώδη κανονικότητα- τα συμφέροντα των μετόχων των τραπεζών και των πολιτών αυτής της χώρας ταυτίζονται.
Τον Απρίλιο 2014 ξένοι καταξιωμένοι επενδυτές τοποθέτησαν 8,3 δισ. στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των 4 συστημικών τραπεζών διακινδυνεύοντας να χάσουν τα κεφάλαιά τους, αν πισωγύριζε η ελληνική οικονομία. Μπορούσαν με το πάτημα ενός κουμπιού να τοποθετήσουν  τα χρήματά τους σε πολλούς διαφορετικούς επενδυτικούς προορισμούς. Επέλεξαν να επενδύσουν στις ελληνικές τράπεζες και αυτό ήταν ένα πολύ ενθαρρυντικό σημάδι. Δεν ήταν το μόνο. Η τιμή στην οποία αγόρασαν τις ελληνικές τράπεζες ήταν μια έμπρακτη απόδειξη εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τις χαμηλές τιμές, η απροθυμία να αναλάβουν το στοίχημα ήταν τόση, που συγκεντρώθηκαν μόλις 5,3 δισ. από ξένους επενδυτές
Η τιμή και οι γενικότεροι όροι με τους οποίους γίνεται μια επένδυση έχουν σημασία. Ενσωματώνουν τις εκτιμήσεις του επενδυτή για τη σημερινή αξία και τις προσδοκίες  του για τη μελλοντική αξία της επένδυσης.  Τον Απρίλιο του 2014 δόθηκε ένα ισχυρό μήνυμα πως η εμπιστοσύνη επιστρέφει, επειδή οι επενδυτές τοποθέτησαν τα κεφάλαια τους στις τράπεζες με τέτοιους όρους ωσάν το πιο πιθανό σενάριο να ήταν πως η Ελλάδα έμπαινε σε αναπτυξιακή τροχιά!
Τον Απρίλιο του 2014 οι επενδυτές με τα 8,3 δισ. απέκτησαν το 27% των τραπεζών. Αυτές οι τιμές αντιστοιχούσαν σε συνολική αξία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών 31 δισ.€.
Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: στις 31/12/2004 η αξία όλων των ελληνικών τραπεζών εισηγμένων στο ελληνικό χρηματιστήριο ήταν 31,7 δισ. Θυμάστε πώς ήταν η Ελλάδα το 2004; ΑΕΠ κατά 10% υψηλότερο, οικονομία που κάλπαζε με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, επιτυχημένοι Ολυμπιακοί Αγώνες, τράπεζες χωρίς κόκκινα δάνεια και με διαρκώς αυξανόμενα κέρδη κ.λπ. Οι επενδυτές, δηλαδή, τον Απρίλιο του 2014 αγόρασαν ελληνικές τράπεζες σε τιμές 2004. Πλήρωσαν τις τράπεζες σαν να επρόκειτο για υγιείς τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε μια υγιή οικονομία! Διότι εκτιμούσαν -και τοποθέτησαν σημαντικά κεφάλαια στην εκτίμηση αυτή- πως η Ελλάδα έκλεινε τον κύκλο της κρίσης και έμπαινε στον ενάρετο κύκλο της ανάπτυξης.
Κι άλλο μέτρο σύγκρισης: τον Νοέμβριο 2015 πάλι ξένοι επενδυτές τοποθέτησαν στις ελληνικές τράπεζες 8,1 δισ.  Όμως τότε, με αυτά τα κεφάλαια απέκτησαν το 77% των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, αποτιμώντας τη συνολική αξία των τεσσάρων τραπεζών στα 10,6 δισ. Οι τράπεζες τότε αποτιμήθηκαν εξευτελιστικά χαμηλά, γιατί τώρα επένδυση έγινε με όρους αουτσάιντερ: «Θα επενδύουμε», σκέφτηκαν οι επενδυτές «συναρτώντας την τύχη των κεφαλαίων μας με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, αλλά τα ρίσκα είναι πολύ μεγάλα και θέλουμε να αγοράσουμε πολύ φτηνά, ώστε, αν βγει το στοίχημα, να έχουμε πολύ μεγάλη απόδοση». Και παρά τις χαμηλές τιμές, η απροθυμία να αναλάβουν το στοίχημα ήταν τόση, που συγκεντρώθηκαν μόλις 5,3 δισ. από ξένους επενδυτές. Τα υπόλοιπα 2,8 δισ. προήλθαν από τους ομολογιούχους των τραπεζών με υποχρεωτική συμμετοχή στην αύξηση μέσω της μετατροπής των ομολόγων.
Μέσα σε ενάμιση χρόνο η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είχε εξανεμιστεί.
Θα μου πείτε ότι οι επενδυτές του 2014 έχασαν τα κεφάλαιά τους, άρα δεν είναι και τόσο καλοί επαγγελματίες, ούτε αξιόπιστες οι εκτιμήσεις τους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Κι όμως! Οι ξένοι επενδυτές, λόγω απόστασης, ίσως και τεχνογνωσίας, είχαν πάντα καλύτερη εικόνα για το τι πρόκειται να συμβεί στη ελληνική οικονομία. Επαιρναν θέση στις ελληνικές τράπεζες πολύ έγκαιρα, προτού ακόμη οι εγχώριοι παράγοντες αντιληφθούν τι έρχεται. Ετσι, επένδυσαν εγκαίρως το 1997, αποεπένδυσαν εγκαίρως το 1999 (κάπως  νωρίς μάλιστα γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν την τρέλα του καλοκαιριού του 1999), επέστρεψαν νωρίς αγοράζοντας ελληνικές τράπεζες το καλοκαίρι του 2003 και ήταν οι πρώτοι που ρευστοποίησαν το 2009. Ομως το 2014 έπεσαν έξω στις εκτιμήσεις τους. Αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα της ελληνικής αριστεράς κατά του χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Το λάθος των επενδυτών ήταν ότι θεώρησαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα άλλον ένα λαϊκιστή που μοιράζει υποσχέσεις για να πάρει την εξουσία και στη συνέχεια θα λειτουργήσει εντός των περιορισμών και των ορίων της λογικής και της πραγματικότητας. Ετσι κι αλλιώς από πρότερες εμπειρίες της ελληνικής πολιτικής, θεωρούσαν πως δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία όσα λένε οι έλληνες πολιτικοί όντες στην αντιπολίτευση, όσο παράλογα και ανεφάρμοστα κι αν ακούγονται. Γιατί παραμένουν ανεφάρμοστα κι όταν ανεβαίνουν στην κυβέρνηση.
Αλλά δυστυχώς για τους ξένους επενδυτές του 2014, δεν είχαν εκτιμήσει σωστά την… αδιανόητη διαχειριστική επάρκεια της τωρινής κυβέρνησης, όπως θα ‘λεγε και η κυρία Φωτίου.
Σε μόλις 10 μήνες με τον Αρμαγεδδώνα στο τραπεζικό σύστημα και την επιδείνωση όλων των δεικτών της οικονομίας, οι επενδυτές των τραπεζών έχασαν 8,3 δισ. και όσοι ζούμε στην Ελλάδα πολύ περισσότερα. Εκτός από τα 20 δισ. – τόσο αποτιμούνταν η αξία των τραπεζικών μετοχών που διακρατούσε το Δημόσιο – χάσαμε επιχειρήσεις, θέσεις εργασίας, εισοδήματα, ενώ κερδίσαμε τουλάχιστον 2 επιπλέον έτη ύφεσης, περισσότερους φόρους και άλλα δυσοίωνα.
Αυτά μου θύμισε η έκθεση του Μάριο Ντράγκι, πόσο κοντά στην ακτή βρεθήκαμε την άνοιξη του 2014 και πόσο μακριά αρμενίζει, ακυβέρνητο σχεδόν, το σκάφος της οικονομίας από την άνοιξη του 2015.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Protagon στις 9/4/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου