Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Η ιδιοκτησία του 3ου μνημονίου updated

Πολύς λόγος γίνεται για την ιδιοκτησία του 3ου μνημονίου. Ανεξάρτητα από το ποιος το υπέγραψε και ποιος θα το εφαρμόσει, το 3ο μνημόνιο είναι ιδιοκτησία του ΣΥΡΙΖΑ. Εκείνος δημιούργησε με την πολιτική του την ανάγκη  για το νέο δάνειο των 85,5 δις και, κατά συνέπεια,  το 3ο μνημόνιο που συνοδεύει τη δανειακή σύμβαση.


Πόσα επιπλέον κεφάλαια δανειζόμαστε από τους εταίρους
Για να είμαστε ακριβείς, δεν είναι και τα 85,5 δις νέα δάνεια, όπως λανθασμένα διαδίδει η αξιωματική αντιπολίτευση. Τα 29 εξ αυτών είναι χρήματα που είχαμε ήδη εξασφαλίσει από δάνεια που προβλέπονταν στο 2ο μνημόνιο, τα οποία είτε δεν εκταμιεύθηκαν είτε επεστράφησαν και θα τα δανειστούμε τώρα στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου. Συγκεκριμένα:
  • 16,4 δις είναι δόσεις του ΔΝΤ που δεν εκταμιεύθηκαν,
  • 1,8 δις είναι η τελευταία δόση του EFSF που δεν εκταμιεύθηκε,
  • 10,9 δις  είναι δάνειο από τον EFSF που επεστράφη.

Επιπλέον, ενώ  μέχρι τον Αύγουστο του 2018 θα εισπράτταμε 7,7 δις από τα προγράμματα SMP και ANFA  ως επιστροφές κερδών, μόλις 1,3 δις  (επιστροφές από την Τράπεζα της Ελλάδος) έχει συμπεριληφθεί στην αξιολόγηση των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας (εδώ). 
Η διαφορά των 6,4 δις που, για τεχνικούς λόγους, δεν έχει συμπεριληφθεί  στις εισροές, ώστε να μειωθούν αντίστοιχα οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας, είναι επιστροφές που είχαμε ήδη εξασφαλίσει από το 2ο μνημόνιο και ευλόγως υποθέτουμε πως θα μας επιστραφούν και στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου, μειώνοντας αντίστοιχα τις δανειακές ανάγκες. 
Συμπεριλαμβάνοντας τις επιστροφές από SMP και ANFA, το δάνειο θα περιοριστεί στα 79  δις, εκ των οποίων μόνο τα 50 είναι νέα δάνεια. Αυτά τα 50 δις ουσιαστικά δημιουργούν την ανάγκη  του 3ου μνημονίου και  μπορούν να διακριθούν ως εξής:
  1. 25 δις για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών- αναπόφευκτη μετά τα capital controls.
  2. 20 δις λόγω των υψηλότερων δημοσιονομικών ελλειμμάτων που θα …επιτύχουμε την επόμενη 3ετία. (Χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα σημαίνει υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα. Ενώ το 2ο  μνημόνιο προέβλεπε σωρευτικά 12% του ΑΕΠ ή περίπου 21,5 δις πρωτογενές πλεόνασμα για την τριετία 2015-17, στην τρέχουσα αξιολόγηση των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας  (εδώ)  η συνεισφορά των πρωτογενών πλεονασμάτων για την τριετία  περιορίζεται σε μόλις 2 δις.)
  3. 5 δις για κάλυψη άλλων χρηματοδοτικών κενών. 

Τόσο το (1) όσο και το (2) είναι αποτέλεσμα κακών κυβερνητικών χειρισμών, που ισοπέδωσαν την οικονομία. 
(1): Ο Σύριζα παρέλαβε επαρκώς κεφαλαιοποιημένες  τράπεζες, οι οποίες τώρα χρειάζονται νέα κεφαλαιακή ένεση 25 δις. 
(2): Τα μειωμένα κατά 20 δις πρωτογενή πλεονάσματα, για τα οποία επαίρεται κιόλας η απελθούσα κυβέρνηση, ισοδυναμούν με αυξημένα κατά 20 δις δημοσιονομικά ελλείμματα και άρα ανάγκη για ισόποσο δανεισμό.  Δεν δανειζόμαστε αυτά τα 20 δις για να έχουμε λιγότερη λιτότητα και να τονώσουμε την οικονομία με αυξημένες δημόσιες επενδύσεις. Όχι, θα υποβληθούμε σε περισσότερες θυσίες, υψηλότερη φορολόγηση και σκληρότερη λιτότητα αλλά, και παρά τις θυσίες των πολιτών, η παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων είναι ανέφικτη λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της οικονομίας. (Σχετική ανάλυση εδώ).

Αφού η ανάγκη δανεισμού των 45 από τα 50 δις των νέων δανείων είναι αποτέλεσμα της διακυβέρνησης των τελευταίων 7 μηνών, μπορούμε να πούμε πως το 3ο  μνημόνιο είναι κατά 90% δημιούργημα της απελθούσας κυβέρνησης. Δηλαδή, η απελθούσα κυβέρνηση δεν υπέγραψε απλώς το 3ο μνημόνιο, δημιούργησε την ανάγκη για το 3ο  μνημόνιο. Διπλή «επιτυχία», κατά μια έννοια:

  • Και αύξησε το χρέος κατά 45 δις (τουλάχιστον)
  • Και η ανάγκη για νέα δάνεια έφερε το 3ο  μνημόνιο

Αξίζει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι ο Σύριζα ξεκίνησε με καλές προθέσεις. Επεδίωκε να χαλαρώσει τους όρους του Μνημονίου ΙΙ, να σταματήσει τη λιτότητα, να μειώσει τους φόρους, να τονώσει την οικονομία και την ανάπτυξη ασκώντας επεκτατική πολιτική, και να μειώσει το χρέος. Και σήμερα παραδίδει ένα 3ο μνημόνιο, περισσότερα μέτρα, σκληρότερη λιτότητα, βαρύτερη φορολογία, μεγαλύτερο χρέος και διαλυμένη οικονομία.

Γιατί δεν τα κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ
Όλα ξεκινάνε από την οικονομία που κατέρρευσε δεχόμενη απανωτά χτυπήματα από την 12μηνη τριπλή προεκλογική περίοδο, την παρατεταμένη αβεβαιότητα σχετικά με την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, την ασφυκτική κρίση ρευστότητας του τελευταίου 7μήνου και τα  capital controls. Η κυβέρνηση  Σύριζα-Ανελ παρέλαβε  μια οικονομία που οι διεθνείς οργανισμοί εκτιμούσαν πως θα αναπτυχθεί με +2,5% το 2015,  και +3,6% το 2016 (εδώ). Και μετά από 7 μήνες παραδίδει μια οικονομία που θα έχει ύφεση της τάξης του -3% το 2015 και -1,1% το 2016 (εδώ σελ. 7).  Αυτή η κατάρρευση είναι το αποτέλεσμα της «περήφανης διαπραγμάτευσης», που τόσο γοήτευσε το πανελλήνιο. «Παράπλευρη  απώλεια» την αποκαλούσαν κάποιοι κυβερνητικοί.  

Η «περήφανη διαπραγμάτευση»
Αυτή ευθύνεται για τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομίας, γιατί η υπερηφάνεια δεν συνοδεύτηκε από υπευθυνότητα & ρεαλισμό. Εκ των υστέρων, μάλιστα, είναι σαφές ότι ο κ. Τσίπρας ανήγαγε τη διαπραγμάτευση σε αυτοσκοπό. Ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να κρατήσει υπόγεια τη στρατηγική διχογνωμία («ευρώ ή δραχμή») και ενωμένο το κόμμα του. Η επικοινωνιακή φούσκα της «περήφανης διαπραγμάτευσης» κάλυψε μόνο πρόσκαιρα τα τραγικά λάθη, γιατί στη Διαπραγμάτευση, όπως και στη Διακυβέρνηση, σημασία έχει κυρίως το αποτέλεσμα.  

Δόθηκε λάθος μάχη: Τον Ιανουάριο η κυβέρνηση παρέλαβε από την προηγούμενη το 2ο μνημόνιο στο τελευταίο του στάδιο. Αν ο κ. Τσίπρας ήταν βέβαιος ότι ήθελε να αποφύγει «την ανείπωτη καταστροφή», δεν είχε παρά να επιλέξει τον πιο σύντομο και βατό δρόμο προς την έξοδο, αυτό που διακήρυξε στην πρόσφατη συνέντευξή του στον Alpha, μιλώντας για το 3ο Μνημόνιο: «Θα το εφαρμόσουμε», είπε, «γιατί δεν έχουμε άλλη επιλογή, ψάχνοντας τρόπο σταδιακού απεγκλωβισμού»
Με λάθος τακτική: Στη διάρκεια της διαπραγμάτευσης ο χρόνος μετρούσε εις βάρος της ελληνικής πλευράς. Κάθε μέρα σε δυσχερέστερη θέση, με την οικονομία να ασφυκτιά από έλλειψη ρευστότητας και αβεβαιότητα. Η τακτική της κωλυσιεργίας και της δημιουργικής ασάφειας ήταν άστοχη, καταστροφική. Δεδομένων των συσχετισμών και της κατάστασης της οικονομίας μας, η κυβέρνηση έπρεπε να κλείσει την καλύτερη δυνατή συμφωνία στον καταλληλότερο χρόνο, δηλαδή το συντομότερο. 
Αναλάβαμε ασύμμετρα και ασυλλόγιστα ρίσκα: Ενώ δεν υπήρχε εναλλακτική - «Μνημόνιο, είτε με Ευρώ είτε με Δραχμή» ήταν το δίλημμα κατά τον Πρωθυπουργό- ενώ βρισκόμασταν σε μειονεκτική θέση στη διαπραγμάτευση, εκείνος  ανέβασε το ποντάρισμα (με τα δικά μας λεφτά και τις δικές μας ζωές) με το δημοψήφισμα και τα capital controls. Ή, όπως ηρωικά αποτυπώνεται στο νέο πρόγραμμα του Σύριζα (σελ.2): «διακηρυγμένος στόχος του δημοψηφίσματος ήταν η ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της κυβέρνησης σε μια άνιση και ασύμμετρη διαπραγμάτευση»

Σήμερα ξέρουμε πως θα είχαμε ανάπτυξη αντί για ύφεση, μείωση αντί για αύξηση της ανεργίας, λιγότερα δάνεια και χρέος για τη χώρα,  λιγότερους φόρους για τους πολίτες, λιγότερα μέτρα και μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα, αν είχε ακολουθηθεί ο ευθύς δρόμος προς την έξοδο και μια (αντιηρωική) διαπραγματευτική τακτική που: 
α) θα αντιμετώπιζε ως αδιαμφισβήτητη την παραμονή της χώρας στο ευρώ,
β) θα εξασφάλιζε τη χρηματοδότηση της χώρας από τις ήδη εγκεκριμένες δανειακές ροές του 2ου μνημονίου, άρα θα αποφεύγαμε την αβεβαιότητα και την ασφυξία ρευστότητας που για 7 μήνες εξουθένωσαν την οικονομία, 
γ) θα απέτρεπε τα capital controls και την τραπεζική αργία, που έδωσαν τη χαριστική βολή στην οικονομία.  

Δυστυχώς, δώσαμε λάθος αγώνα, σε λάθος γήπεδο και με λάθος τακτική υποτιμώντας και τον αντίπαλο και το διακύβευμα. Και είναι λάθη  με πολλά θύματα αλλά και ιδιοκτήτη. 


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Protagon στις 4/9/2015


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου